ΕΜΒΡΥΟΜΗΤΡΙΚΗ|ΙΑΤΡΙΚΗ

hhg logo
ygeio logo hospital logo mitera logo
general logo lito logo creta logo
Alfa Lab logo

Όλα τα απαραίτητα υπερηχογραφήματα καθ’ όλη τη διάρκεια παρακολούθησης μιας κύησης

Υπερηχογράφημα βιωσιμότητας (6-11 εβδομάδες)

Ονομάζεται και υπερηχογράφημα αρχόμενης κύησης και σκοπός του είναι:

  • Να καθορίσει εάν πρόκειται για μονήρη ή πολύδυμη κύηση και τη χοριονικότητα σε περίπτωση πολύδυμης κύησης.
  • Να επιβεβαιώσει ότι η κύηση είναι εντός της μήτρας και εξελίσσεται ομαλά.

Το υπερηχογράφημα είναι χρήσιμο σε περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία μη καλής έκβασης της κύησης (όπως αιμορραγία, πόνος, ιστορικό προηγούμενων αποβολών ή εξωμητρίων κυήσεων) αλλά μπορεί να γίνει και για τον καθησυχασμό των γονέων ότι όλα εξελίσσονται ομαλά, χωρίς κάποια συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη.

Υπερηχογραφικός έλεγχος 1ου τριμήνου (11-13+6 εβδομάδες)

Ονομάζεται και υπερηχογράφημα αυχενικής διαφάνειας και σκοπός του είναι:

  • Να καθορίσει εάν πρόκειται για μονήρη ή πολύδυμη κύηση (και τη χοριονικότητα σε περίπτωση πολύδυμης κύησης) και να επιβεβαιώσει την ομαλή εξέλιξη της κύησης.
  • Να γίνει ακριβής χρονολόγηση της εγκυμοσύνης σύμφωνα με το μήκος του εμβρύου.
  • Να διαγνώσει μείζονες ανατομικές ανωμαλίες που μπορούν να φανούν στο συγκεκριμένο στάδιο της κύησης.
  • Να καθορίσει τις πιθανότητες χρωμοσωμικών ανωμαλιών (όπως το σύνδρομο Down). Για κάθε έγκυο υπολογίζεται μια εξατομικευμένη πιθανότητα για την παρούσα κύηση. Αυτό γίνεται συνδυάζοντας την ηλικία και το ιστορικό της μητέρας, τα υπερηχογραφικά ευρήματα (το πάχος της αυχενικής διαφάνειας, την παρουσία ή απουσία του ρινικού οστού, την ροή του αίματος μέσω της τριγλώχινας βαλβίδας της καρδιάς, την ροή του αίματος στον φλεβώδη πόρο και την παρουσία ή απουσία μείζονων ανατομικών ανωμαλιών) και την μέτρηση δύο βιοχημικών δεικτών (PAPP-A και ελεύθερη β-HCG) στο αίμα της μητέρας. Η αυχενική διαφάνεια είναι υπερηχογραφικός όρος που περιγράφει το υγρό στο πίσω μέρος του αυχένα και υπάρχει φυσιολογικά σε όλα τα έμβρυα. Όταν όμως η ποσότητα αυτή είναι αυξημένη, αυξάνεται η πιθανότητα για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, ανατομικές ανωμαλίες της καρδιάς, γενετικά σύνδρομα κ.α.
  • Να καθορίσει την πιθανότητα εμφάνισης προεκλαμψίας ή ενδομήτριας καθυστέρησης της εμβρυικής ανάπτυξης αργότερα στην κύηση. Αυτό γίνεται συνδυάζοντας το ιστορικό, την μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, την μέτρηση μιας πρωτεΐνης στο αίμα της μητέρας (PAPP-A) και την υπερηχογραφική μέτρηση των αντιστάσεων στις μητριαίες αρτηρίες της μητέρας. Σε περίπτωση αυξημένου κινδύνου (>1/100) εμφάνισης προεκλαμψίας, υπάρχει η δυνατότητα προφυλακτικής χορήγησης ασπιρίνης 160mg/ημέρα έως τις 36 εβδομάδες.

Το υπερηχογράφημα αυτό αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές εξετάσεις στην εγκυμοσύνη και συστήνεται να πραγματοποιείται σε όλες τις εγκύους. Στο τέλος της εξέτασης, οι γονείς θα λάβουν πλήρη συμβουλευτική σχετικά με τα ευρήματα και για τις επιλογές που έχουν για περαιτέρω εξετάσεις (όπως επεμβατικό έλεγχο ή έλεγχο με ελεύθερο εμβρυικό DNA), καθώς και αναλυτικό report που θα περιγράφει όλα τα ευρήματα.

Υπερηχογράφημα Β επιπέδου (20-24 εβδομάδες)

Αποτελεί τον λεπτομερή υπερηχογραφικό έλεγχο της ανατομίας του εμβρύου και σκοπός του είναι:

  • Να επιβεβαιώσει τη σωστή ανάπτυξη του εμβρύου, υπολογίζοντας το βάρος του.
  • Να εξεταστεί η ανατομία του εμβρύου. Εξετάζεται κάθε σύστημα του εμβρύου (εγκέφαλος, καρδιά, θώρακας, γαστρεντερικό, ουροποιητικό – γεννητικό, πρόσωπο, σπονδυλική στήλη, άκρα κ.α.) με βάση διεθνή πρωτόκολλα που μας διασφαλίζουν ότι μπορούμε να αποκλείσουμε με ακρίβεια μείζονες ανατομικές ανωμαλίες.
  • Έλεγχος ελασσόνων δεικτών για το σύνδρομο Down. Αυτοί αποτελούν ήπιες ανατομικές ανωμαλίες, πολλές φορές χωρίς κάποια σημαντική κλινική σημασία, που έχει παρατηρηθεί ότι εμφανίζονται συχνότερα σε έμβρυα με σύνδρομο Down. Μας επιτρέπουν να επαναϋπολογίσουμε τις πιθανότητες για το σύνδρομο αυτό και, ως εκ τούτου, το υπερηχογράφημα ονομάζεται επίσης «Γενετικό».
  • Έλεγχος του πλακούντα (θέση, μορφολογία) και της ποσότητας του αμνιακού υγρού.
  • Να εκτιμηθεί ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού μέσω της διακολπικής μέτρησης του μήκους του τραχήλου της μήτρας. Σε περιπτώσεις που ο τράχηλος της μήτρας είναι κοντός, είναι δυνατή η βελτίωση των πιθανοτήτων του πρόωρου τοκετού με τη χορήγηση προγεστερόνης (είτε με περίδεση τραχήλου, ανάλογα με το ιστορικό της εγκύου). Η εξέταση προσφέρεται σε όλες τις εγκύους που υποβάλλονται στο υπερηχογράφημα Β επιπέδου αλλά συστήνεται σημαντικά σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου (πολύδυμη κύηση, ιστορικό πρόωρου τοκετού / αποβολής Β τριμήνου, ιστορικό χειρουργικής επέμβασης στον τράχηλο της μήτρας, ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας).
  • Να καθοριστεί εκ νέου ο κίνδυνος εμφάνισης προεκλαμψίας ή ενδομήτριας καθυστέρησης της εμβρυικής ανάπτυξης αργότερα στην κύηση. Αυτό επιτυγχάνεται με τη υπερηχογραφική μέτρηση των αντιστάσεων της αιματικής ροής στις μητριαίες αρτηρίες της μητέρας και σε περιπτώσεις που ο κίνδυνος βρεθεί αυξημένος συστήνεται συχνότερη παρακολούθηση με υπερηχογραφήματα ανάπτυξης, ξεκινώντας από τις 28 εβδομάδες.

Το υπερηχοφράφημα Β επιπέδου συστήνεται σε όλες τις εγκύους και αποτελεί μια από τις πλέον σημαντικές εξετάσεις στην εγκυμοσύνη. Ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα Β επιπέδου δεν μας διασφαλίζει υποχρεωτικά ότι το έμβρυο είναι φυσιολογικό (καθώς δεν είναι δυνατή η ανίχνευση όλων των πιθανών ανατομικών ανωμαλιών και γενετικών συνδρόμων), μειώνει όμως σε σημαντικό βαθμό την πιθανότητα μη καλής έκβασης της κύησης. Σε περίπτωση που βρεθεί κάποια ανωμαλία, θα ακολουθήσει συμβουλευτική που αφορά την πρόγνωση, τον περαιτέρω έλεγχο που μπορεί να χρειαστεί (π.χ. αμνιοπαρακέντηση ή έλεγχος με ελεύθερο εμβρυικό DNA) και την φροντίδα που θα χρειαστεί το νεογνό μετά από τον τοκετό.

Υπερηχογράφημα ανάπτυξης – Doppler (32-34 εβδομάδες)

Αποτελεί τον υπερηχογραφικό έλεγχο της ανάπτυξης και του καλώς έχειν του εμβρύου και σκοπός του είναι:

  • Ο υπολογισμός του βάρους του εμβρύου που επιτυγχάνεται με τη μέτρηση των περιμέτρων του κεφαλιού και της κοιλιάς, καθώς και του μήκους του μηριαίου οστού του εμβρύου. Οι μετρήσεις τοποθετούνται σε συγκεκριμένες καμπύλες ανάπτυξης και μπορούμε να αξιολογήσουμε εάν το έμβρυο μεγαλώνει σωστά.
  • Ο έλεγχος της αιματικής ροής σε συγκεκριμένα αγγεία (ομφαλική αρτηρία, μέση εγκεφαλική αρτηρία, φλεβώδη πόρο και μητριαίες αρτηρίες) με χρήση έγχρωμου Doppler. Αυτό μας βοηθά να αξιολογήσουμε ότι ο πλακούνταςλειτουργεί ικανοποιητικά και ότι το έμβρυο λαμβάνει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά.
  • Να εκτιμήσουμε την ποσότητα του αμνιακού υγρού, τη θέση και τη μορφολογία του πλακούντα.
  • Να αξιολογήσουμε τις εμβρυικές κινήσεις.

Το υπερηχογράφημα ανάπτυξης – Doppler συστήνεται ιδανικά σε όλες τις εγκύους ώστε να ανιχνεύσουμε εγκαίρως έμβρυα με καθυστέρηση της ανάπτυξης. Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου προτείνεται συχνότερος υπερηχογραφικός έλεγχος με έναρξη νωρίτερα στην εγκυμοσύνη. Το υπερηχογράφημα αυτό δεν μπορεί να μας διασφαλίσει υποχρεωτικά τη γέννηση ενός υγιούς και αρτιμελούς νεογνού, μειώνει όμως σημαντικά την πιθανότητα ενός πτωχού περιγεννητικού αποτελέσματος.

Αμνιοπαρακέντηση

Η αμνιοπαρακέντηση αποτελεί μια επεμβατική μέθοδο για την εξέταση του γενετικού υλικού του εμβρύου. Σε αντίθεση με τον υπερηχογραφικό έλεγχο και την εξέταση του ελεύθερου εμβρυικού DNA – που αξιολογούν τις πιθανότητες – η αμνιοπαρακέντηση μας προσφέρει διάγνωση σχετικά με τα χρωμοσώματα του εμβρύου.

Μια λεπτή βελόνη εισέρχεται, υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση, στην κοιλότητα της μήτρας και αναρροφάται μια μικρή ποσότητα αμνιακού υγρού, το οποίο περιβάλλει το έμβρυο. Τα κύτταρα που περιέχονται στο αμνιακό υγρό είναι εμβρυικής προέλευσης, συνεπώς η εξέτασή τους μας δίνει πληροφορίες για τα χρωμοσώματα και άλλες πρωτεΐνες του εμβρύου.

Η διαδικασία είναι πολύ σύντομη και η ποσότητα του αμνιακού υγρού που λαμβάνουμε αναπληρώνεται γρήγορα καθώς το αμνιακό υγρό αποτελείται, ως επί το πλείστον, από ούρα του εμβρύου.

Η αμνιοπαρακέντηση διενεργείται από την 16η εβδομάδα μέχρι το τέλος της κύησης και οι συνηθέστερες ενδείξεις της είναι:

  • Ο έλεγχος του γενετικού υλικού του εμβρύου.
  • Ο έλεγχος λοιμώξεων του εμβρύου.
  • Ο έλεγχος άλλων νοσημάτων (πχ. μεταβολικών) του εμβρύου.

Η αμνιοπαρακέντηση είναι μια ανώδυνη εξέταση, καθώς η βελόνη που εισέρχεται είναι εξαιρετικά λεπτή. Οι περισσότερες γυναίκες αναφέρουν ένα ήπιο αίσθημα δυσφορίας για τις πρώτες ημέρες μετά την επέμβαση, το οποίο αντιμετωπίζεται με απλά παυσίπονα. Σε περίπτωση που υπάρχει έντονος οξύς πόνος, πυρετός, κολπική αιμόρροια ή εκροή υγρών από τον κόλπο χρειάζεται άμεση αξιολόγηση.

Όπως όλες οι επεμβάσεις, έτσι και η αμνιοπαρακέντηση συνοδεύεται από ένα πολύ μικρό ποσοστό επιπλοκών. Οι περισσότερες από αυτές είναι αντιμετωπίσιμες, παραμένει όμως - σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία – ένα ποσοστό περίπου 0.1-0.5% αποβολής, συνήθως στις πρώτες 5 ημέρες μετά από την επέμβαση.

Βιοψία χοριακών λαχνών (CVS)

Η βιοψία χοριακών λαχνών αποτελεί μια επεμβατική μέθοδο στο πρώτο τρίμηνο της κύησης για την εξέταση του γενετικού υλικού του εμβρύου. Σε αντίθεση με τον υπερηχογραφικό έλεγχο πρώτου τριμήνου και την εξέταση ελεύθερου εμβρυικού DNA – που αξιολογούν τις πιθανότητες – η βιοψία χοριακών λαχνών μας παρέχει διάγνωση σχετικά με τα χρωμοσώματα του εμβρύου.

Μια λεπτή βελόνη εισέρχεται, υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση και τοπική αναισθησία, στον πλακούντα και αναρροφούμε ένα μικρό τμήμα πλακουντιακού ιστού (χοριακές λάχνες). Λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο πλακούντας και το έμβρυο έχουν το ίδιο γενετικό υλικό, η εξέταση μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε τα χρωμοσώματα του εμβρύου.

Η εξέταση διενεργείται από τις 11 έως τις 15 εβδομάδες. Δεν είναι επώδυνη, υπάρχει όμως πολλές φορές ένα ήπιο αίσθημα δυσφορίας – σαν πόνος περιόδου – το οποίο αντιμετωπίζεται με απλά παυσίπονα, καθώς και σταγονοειδής κολπική αιμόρροια τις πρώτες ημέρες μετά την επέμβαση. Σε περίπτωση που εμφανιστεί έντονος πόνος, αιμορραγία ή πυρετός θα πρέπει να γίνει άμεση αξιολόγηση.

Όπως σε όλες οι επεμβάσεις, έτσι και στη βιοψία χοριακών λαχνών υπάρχει ένας μικρός κίνδυνος επιπλοκών. Σε ένα μικρό ποσοστό (που κυμαίνεται στο 0.1 – 0.5%) μπορεί να συμβεί αποβολή λόγω της εξέτασης, η οποία συνήθως συμβαίνει μέσα στις πρώτες 5 ημέρες. Επίσης, σε ένα μικρό ποσοστό (περίπου 1%) υπάρχει ο κίνδυνος να μην έχουμε απάντηση – λόγω του φαινομένου πλακουντιακού μωσαϊκισμού – και να χρειαστεί αμνιοπαρακέντηση στις 16 εβδομάδες της κύησης.